Είσαι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ίσως ο καλύτερος ηθοποιός όλων των ηθοποιών και όλων των εποχών – κι αν όχι ο κορυφαίος όλων, σίγουρα στην τριάδα. Μας έχεις χαρίσει αριστουργήματα πραγματικά, από τον «Ταξιτζή» και τον «Ελαφοκυνηγό», μέχρι το «Οργισμένο Είδωλο», το «Ακρωτήρι του Φόβου και τον «Νονό». Τα έχεις πάει εξαιρετικά σε δράματα, σε βιογραφικές ταινίες, σε κωμωδίες, σε ταινίες δράσης, σε οτιδήποτε με το οποίο έχεις καταπιαστεί.

Με λίγα λόγια, είσαι Κολοσσός. Αλλά ακόμα και οι καλύτεροι, μπορεί να έχουν κακές στιγμές. Όχι απαραίτητα υποκριτικά, αφού ο Ντε Νίρο ακόμα και να θέλει δεν μπορεί να παίξει άσχημα, αλλά σε επίπεδο ταινίας. Κοινώς, έχει παίξει σε ταινίες που δεν θα καταδεχόταν ούτε ο ίδιος να δει ένα βράδυ στο σπίτι του.

«Τότε γιατί έπαιξε σε τέτοιες ταινίες;», είναι η εύλογη και προφανής ερώτηση. Δεν είναι αυτό το θέμα μας στην πραγματικότητα – μπορεί να το έκανε διότι είχε ανάγκη τα χρήματα, διότι βαριόταν να κάθεται, διότι δεν είχε κάτι άλλο εκείνη την εποχή, διότι είχε χάσει ένα στοίχημα, διότι πήρε τόσα πολλά λεφτά που μόνο ένα κορόιδο θα έλεγε «όχι». Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι έπαιξε σε μερικές ταινίες, όπου θα θέλαμε να μην τον είχαμε δει. Να υπήρχε ένα κουμπί «delete» στο κεφάλι μας, που να έσβηνε αυτή την κακή ανάμνηση. Φαντάζομαι ότι για κάποιες από τις ταινίες του, θα επιθυμούσε κι εκείνος το ίδιο.

Ντε Νίρο

«Ου φονεύσεις» (ή Ου το δεις…)

Κάπου ανάμεσα στο «Heat» και το «Irishman», ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και ο Αλ Πατσίνο μοιράστηκαν το ίδιο κινηματογραφικό πλατό, σε μια ταινία όπου αν δεν ήξερες πόσο σπουδαίοι ηθοποιοί είναι και οι δυο, θα νόμιζες ότι είναι b-movie με δυο τυχάρπαστους ηθοποιούς β’ διαλογής, που έκαναν μια ταινία για να βγάλουν ένα μεροκάματο. Υποτίθεται ότι είναι αστυνομική περιπέτεια. Υποτίθεται ότι έχει σασπένς. Υποτίθεται ότι οι δυο τους συνεργάζονται για να βρουν τον ένοχο.

Δεν ξέρω από πού να την πιάσω αυτή την ταινία. Από το σενάριο; Τη σκηνοθεσία; Τις ερμηνείες; Την πλοκή; Τις μούτες; Την προσπάθεια να φανούν αστείοι και να κάνουν πλάκα; Κανονικά, θα έπρεπε να γίνει ένας έρανος, ώστε αυτή η ταινία να εξαφανιστεί από κάθε αρχείο, κάθε βάση δεδομένων και κάθε καλωδιακή τηλεόραση – ιδανικά, θα έπρεπε να μας κάνουν πλύση εγκεφάλου, μπας και ξεχάσουμε ότι την είδαμε. Που είναι δύσκολο. Διότι αν τη δεις, σε σημαδεύει για πάντα.

Ντε Νίρο

Killing Season

«Ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία έχει τελειώσει. Αλλά για κάποιους στρατιώτες οι πόλεμοι δεν τελειώνουν ποτέ». Αυτό λέει το τρέιλερ της ταινίας. Καλά ως εδώ; Όχι! Διότι ο Σέρβος Τζον Τραβόλτα (τι πιο πιστευτό θα έλεγε κανείς να υποδύεται ο Τραβόλτα τον Σέρβο) και ένας Αμερικανός, κυνηγιούνται μέσα στα δάση σαν τον Ερρίκο Μπριόλα και την Άντζελα Ζήλια, σε κάτι καλύβες, κάτι ερημιές και κάτι ραχούλες, για να καθαρίσει ο ένας τον άλλο. Υπόσχεται περιπέτεια. Αδρεναλίνη. Δυνατές στιγμές. Τρομερές ερμηνείες. Ψηθήκατε;

Μην κάνετε το λάθος και το δείτε, διότι η βαρεμάρα χτυπάει κόκκινο. Και μιλάμε για τέτοια βαρεμάρα και τέτοια αποτυχία, που παρόλο το πρωταγωνιστικό καστ είναι Τραβόλτα – Ντε Νίρο, μόλις η ταινία ολοκληρώθηκε και οι παραγωγοί κάθισαν να δουν το έπος που δημιούργησαν, είπαν: «καλύτερα ας μην το βγάλουμε στις αίθουσες, διότι θα μας πάρουν με τις ντομάτες. Ας το βγάλουμε κατευθείαν σε dvd». Σοφή επιλογή θα λέγαμε, σε αντίθεση με την επιλογή των πρωταγωνιστών να πάρουν μέρος σε αυτή την ταινία.

Ντε Νίρο

The Intern

Δεν λέω ότι είναι η χειρότερη ταινία του Ντε Νίρο. Ίσως είμαι προκατειλημμένος, διότι παίζει η Αν Χάθαγουεϊ, που δεν τη συμπαθώ ιδιαίτερα. Ίσως μου «κλώτσησε» το γεγονός ότι ο Ντε Νίρο υποδύεται τον συμπαθητικό μπάρμπα, που πάει να δουλέψει σε μια εταιρεία ως εκπαιδευόμενος στα 70 του, σε μια ηλικία δηλαδή που θα έκανε έξαλλο ακόμα και τον Γιώργη τον Αυτιά και θα έκανε τουλάχιστον δυο εκπομπές για να καταγγείλει το ανάλγητο κράτος.

Αλλά για εμένα, υπάρχει ένα κριτήριο που θεωρώ αλάνθαστο: αν πάω στο σινεμά να δω μια ταινία και με πάρει ο ύπνος, υπάρχει πρόβλημα. Διότι έχω δει εκατοντάδες ταινίες στο σινεμά και έχω κοιμηθεί μόνο σε τρεις. Στη μια, ήμουν φαντάρος και είχε μόλις έρθει Αθήνα, άυπνος και ταλαιπωρημένος, οπότε δεν πιάνεται. Στο «Τσάι Στη Σαχάρα» γλυκοκοιμήθηκα, όσο οι καμήλες ταξίδευαν στην έρημο σε ρεαλιστικό χρόνο. Και το «Intern» κοιμήθηκα κανονικά – μπορεί και να ροχάλιζα ελαφρά – διότι το δράμα του συνταξιούχου Ντε Νίρο, που από κει που δεν τον θέλει η αφεντικίνα του, γίνεται το μεγαλύτερο στήριγμά της, μου έφερε όνειρα γλυκά…

Ντε Νίρο

Showtime

Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Έντι Μέρφι. Αστυνομική κωμωδία. Δυο συνεργάτες που δέχονται να παίξουν σε κάτι σαν reality, όπου κάμερες τους ακολουθούν καθώς κάνουν την αστυνομική δουλειά τους και δουλεύουν πάνω σε υποθέσεις. Δεν ξέρω αν η ταινία είχε αυτό που λέμε «καλές προθέσεις», αλλά είναι πραγματικά κακή. Όχι αδιάφορη, κακή. Διότι καταλήγει να μην είναι ούτε αστυνομική, ούτε κωμωδία, να κυριαρχούν τα γουρλωτά μάτια και οι υπερβολές του Έντι Μέρφι και να τελειώνει κάποια στιγμή η αναθεματισμένη η ταινία και να αναρωτιέσαι: εγώ τώρα γιατί έχασα μιάμιση ώρα από τη ζωή μου; Ποιος θα μου τη δώσει πίσω;

Irishman

Αμφιταλαντεύτηκα πολύ αν έπρεπε να βάλω τον «Ιρλανδό» σε αυτή τη λίστα. Δεν ήταν φυσικά «κακή ταινία», ήταν καλούτσικη. Δεν παίζει άσχημα ο Ντε Νίρο, παίζει «Ντε Νιρικά». Δεν σου αφήνει κάτι άσχημο στο τέλος, ότι είδες π.χ. μια «πατάτα». Ούτε στέκομαι στην ψηφιακή αντι-γήρανση του Ντε Νίρο, για να τον κάνει να δείχνει νεότερο – αυτό έγινε για τις ανάγκες της ταινίας, όπου έπρεπε να δείχνει μερικές δεκαετίες πιο μικρός από την πραγματική του ηλικία.

Νομίζω ότι μου έφταιξαν οι μεγάλες προσδοκίες που είχα από μια ταινία του Σκορσέζε, με Ντε Νίρο, Πατσίνο και Τζο Πέσι, οι οποίες δυστυχώς διαψεύστηκαν από το τελικό αποτέλεσμα. Διότι ήταν σαν να κλείνεις ραντεβού με μια κοπέλα που αγάπησες παράφορα όταν ήσουν μικρός και είχες να τη δεις χρόνια και όταν τελικά τη συναντάς, έχοντας στο μυαλό σου την εικόνα εκείνη από το ένδοξο παρελθόν, να μην βλέπεις την ώρα να σηκωθείς να φύγεις.