Όταν λένε οι Έλληνες διεθνείς «πάμε για διάκριση» ή «πάμε για μετάλλιο» ή «έχουμε μια πραγματικά καλή ομάδα», προφανώς το εννοούν και δεν «αυτοδιαφημίζονται», ούτε μας «πουλάνε την πραμάτειά τους». Όντως, η Εθνική μας, είναι μια καλή ομάδα – κι ας μην κατάφερε πέρυσι στο Eurobasket να φτάσει στα μετάλλια. Τότε, που έπαιζε – σχεδόν – πλήρης: με Γιάννη στη 12άδα, με Σλούκα, με Καλάθη. Μόνο ο – τιμωρημένος τότε – Μήτογλου έλειπε.

Για κάποιο λόγο, μιλάμε για το Γιάννη, σαν να είναι η μοναδική απουσία της Εθνικής στο Mundobasket 2023, το οποίο θα διεξαχθεί στις Φιλιππίνες. Πού στο κάτω – κάτω, «απουσία» είναι αυτή τη στιγμή από τα φιλικά προετοιμασίας, καθώς δεν γνωρίζουμε ακόμα τι μέλλει γενέσθαι. Και «ξεχνάμε» ότι λείπουν (σίγουρα) τα δυο κορυφαία point-guards της Εθνικής μας, ο Κώστας Σλούκας και ο Νικ Καλάθης, λες και είναι δυο «απουσιούλες» της πλάκας…

Με Γιάννη στο Μουντομπάσκετ;

Μιλάμε για δυο κορυφαίους παίκτες σε δημιουργία, που ξέρουν όσο ελάχιστοι να παίζουν το πικ-εν-ρολ, που μπορούν να αξιοποιήσουν τους ψηλούς, να τρέξουν την ομάδα στο ανοιχτό γήπεδο και – κυρίως – που δεν κρύβονται ποτέ στα δύσκολα και δεν διστάζουν ποτέ να αναλάβουν το κρίσιμο σουτ, όταν η μπάλα ζυγίζει 100 κιλά.

Γιάννη δεν ξέρω αν θα έχουμε, αλλά έχουμε Θανάση

Το τι θα κάνει ο Γιάννης, το γνωρίζει ο ίδιος, το γόνατό του και οι φυσικοθεραπευτές του. Λένε ότι ο καλύτερος γιατρός του εαυτού μας, είμαστε εμείς: αν νιώθει καλά, πραγματικά καλά, αν δεν νιώθει ενοχλήσεις, αν το πατάει όπως πρέπει και όπως ο ίδιος θέλει, τότε θα ενισχύσει την Εθνική – έστω και με προσεκτικότερη διαχείριση και λιγότερα λεπτά συμμετοχής απ’ ό,τι για παράδειγμα πέρυσι. Διαφορετικά, δεν θα ρισκάρει. Και ποιος μπορεί να τον κακολογήσει, αν τελικά επιλέξει να δει το Μουντομπάσκετ από την τηλεόραση;

Χωρίς Γιάννη, με Θανάση;

Πέρα από τους αθεράπευτα ρατσιστές και τους πάσης φύσεως αστείους, που θα «θυμηθούν» ότι ο Γιάννης «είναι Νιγηριανός», κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα σκεφτεί ή δεν θα πει κακή κουβέντα. Έρχεται από μια χρονιά δύσκολή και ακολουθεί μια χρονιά ακόμα πιο απαιτητική. Τσάκισε το γόνατό του στα play-offs του ΝΒΑ, έσφιξε τα δόντια και έπαιξε. Αλλά πέρα από το εθνόσημο, το οποίο  – αποδεδειγμένα – γουστάρει να φοράει, έχει μια τεράστια υποχρέωση σε έναν οργανισμό όπως είναι οι Μπακς, που τον πληρώνουν αμέτρητα εκατομμύρια για να οδηγεί την ομάδα ψηλά.

Οπότε, μη γνωρίζοντας ακόμα αν θα έχουμε Γιάννη ή όχι, ας εστιάσουμε στον Αντετοκούνμπο που σίγουρα θα έχουμε: τον Θανάση. Θα έχουμε και Κώστα, καμία αντίρρηση, αλλά τον Θανάση είδαμε στο φιλικό με τη Σλοβενία να παίζει και για τον εαυτό του και για το Γιάννη και για το επώνυμό του.

Ορεξάτος, χαμογελαστός όπως πάντα και περισσότερο ουσιαστικός από ποτέ, έβαλε τα ποντάκια του, έπαιξε άμυνες, πήρε ριμπάουντ, έριξε τάπες και – κυρίως – έδωσε ενέργεια στην Εθνική, αφού έμοιαζε σαν να πατάει το «τούρμπο» ώρες – ώρες. Μακάρι να συνεχίσει στο ίδιο επίπεδο και να μπει στην εξίσωση και ο αδελφός του, Κώστας και να συμπαρασύρουν και τους υπόλοιπους.

Η «παλιά φρουρά», ο «Ουοκαπόπουλος» και τα ερωτηματικά

Η ελληνοποίηση του Τόμας Ουόκαπ, μοιάζει σαν να έγινε με «ραντεβού»: χωρίς Σλούκα και Καλάθη, ο Ουόκαπ είναι ο μοναδικός αξιόπιστος, μπαρουτοκαπνισμένος και «επιπεδάτος» άσος που έχει η Εθνική – και με τη Σλοβενία έδειξε ότι μπορεί και να σκοράρει σημαντικά καλάθια, αφήνοντας πίσω του τα «ψυχολογικά τραύματα» του άποντου final – four.

Γιάννη
ΦΙΛΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ / ΕΛΛΑΔΑ – ΣΛΟΒΕΝΙΑ (KLODIAN LATO / EUROKINISSI)

Δίπλα του, ο Κώστας Παπανικολάου συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε στη σεζόν, κάνοντας υπέροχα πράγματα, ο Παπαγιάννης (που φέτος δεν κουβαλάει τραυματισμό όπως πέρυσι στο Ευρωμπάσκετ) αν ταϊστεί σωστά, θα προσφέρει πολλά και διάφορα πράγματα, ο Μήτογλου που είναι ορεξάτος για μπάσκετ και μοιάζει λιγότερο «σκουριασμένος» απ’ ό,τι θα περιμέναμε, ο Λαρεντζάκης που επίσης έρχεται από καλή χρονιά, ο Παπαπέτρου που περιμένουμε να τον δούμε αλλά ξέρουμε πάνω – κάτω τι μπορεί να δώσει. Μέχρι εδώ καλά.

Παρακάτω; Άγνωστο… Υπάρχει ένα ξεκάθαρο έλλειμμα σε εμπειρία, καθώς οι παίκτες που θα κληθούν να στελεχώσουν την 12άδα μπορεί να έχουν ταλέντο, αλλά όχι πολλές και υψηλές παραστάσεις. Κι αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να «ψηλώσουν», να «μεγαλώσουν», να κάνουν το step-up μέσα στις λιγοστές μέρες που διαρκεί το τουρνουά.

Γιάννη

Να μπουν και να δώσουν λύσεις. Να προσφέρουν μικρά ή μεγαλύτερα πραγματάκια. Και για όλα αυτά, βαρόμετρο φυσικά θα είναι η παρουσία ή η απουσία του Γιάννη: αλλιώς είναι με το Γιάννη στο παρκέ, με την αντίπαλη άμυνα να κλείνει πάνω του και τους υπόλοιπους ακροβολισμένους και έτοιμους να πάρουν τη μπάλα για ένα ελεύθερο σουτ και αλλιώς θα είναι αν ο Γιάννης βλέπει τους αγώνες από το σπίτι του.

Αλλιώς θα είναι να πάρει ο Γιάννης τη μπάλα στα χέρια του, όταν αυτή «καίει» και αλλιώς να φτάσει η μπάλα στα χέρια ενός παίκτη που δεν έχει τύχει να ξαναπάρει τόσο κρίσιμες αποφάσεις. Αλλά έτσι είναι αυτά τα τουρνουά: καμιά φορά γεννούν ήρωες και πρωταγωνιστές.  

Η «βαριά σκιά» του Γιάννη

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, δεν μπορεί να γίνει ουδεμία πρόβλεψη για το πού μπορεί να φτάσει αυτή η Εθνική, διότι δεν μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή ουδεμία πρόβλεψη για το αν θα είναι διαθέσιμος ο Γιάννης ή όχι. Άλλη Εθνική θα δούμε με αυτόν, άλλη δίχως αυτόν. Διαφορετική, αλλά όχι απαραίτητα χειρότερη…

Η Εθνική κάνει μια προετοιμασία χωρίς τον σούπερ – σταρ της, παίκτες «βγαίνουν μπροστά», αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, παίρνουν θάρρος. Αν εμφανιστεί κάποια στιγμή ο Γιάννης και βάλει το σορτσάκι και τη φανέλα του, χωρίς να έχει κάνει προετοιμασία με τους υπόλοιπους, ό,τι έχει γίνει ως τότε στην ομάδα σβήνεται σαν κιμωλία από σπόγγο στον μαυροπίνακα και πάμε πάλι από την αρχή: νέα συστήματα, νέοι ρόλοι, πρωταγωνιστές που θα ξαναγίνουν «κομπάρσοι», μειωμένος χρόνος συμμετοχής για κάποιους.

Μοιάζει με «ευλογία» και «κατάρα» μαζί, με «δικαιοσύνη» και «αδικία» να εμφανιστεί με τα γαλανόλευκα ένας από τους καλύτερους παίκτες του πλανήτη – αλλά κάπως έτσι είναι. Διότι δεν είναι ανάγκη να πει ο Ιτούδης «δώστε τη μπάλα στο Γιάννη και ανοίξτε» – θα το κάνουν μόνοι τους οι συμπαίκτες του, από σεβασμό στο μπασκετικό του μεγαλείο και τις άπειρες δυνατότητές του. Δεν είναι ανάγκη να φτιαχτούν συστήματα για να κατεβάσει τη μπάλα ο ίδιος αν πάρει το ριμπάουντ – θα τον οδηγήσει σε αυτό το ένστικτο και η ίδια η μπασκετική του φύση.

Το μπάσκετ, όσο σπουδαίοι παίκτες και να υπάρχουν, δεν έπαψε ποτέ να είναι ομαδικό σπορ. Κι αυτό σημαίνει πως δεν αρκεί να υπάρχουν καλοί ή πολύ καλοί παίκτες, αλλά να «κουμπώνουν» κιόλας αρμονικά μεταξύ τους.

Στο περσινό Ευρωμπάσκετ, η «ταπεινή Πολωνία», με σταρ τον Πονίτκα, έφτασε τετράδα και η Ελλάδα του Γιάννη ή η Σλοβενία του Ντόντσιτς ή η Σερβία του Γιόκιτς, έμειναν εκτός διάκρισης. Η Ισπανία, με πλέι-μέικερ τον Αμερικανό Λορέντζο Μπροάουν και πρωταγωνιστές τους αφους Ερναγκόμεζ, που σημαντικό ρόλο στο ΝΒΑ δεν κατάφεραν να βρουν ποτέ πήρε το χρυσό και η Γαλλία, έχοντας ένα σωρό «σταρ» που έχουν και ρόλο και χρόνο στο ΝΒΑ, έμεινε δεύτερη. Διότι αυτό είναι το μπάσκετ. Και γι’ αυτό το αγαπάμε τόσο: διότι είναι και συναρπαστικό και απρόβλεπτο.