Ήταν Οκτώβριος του 1988, όταν είδα – για πρώτη και τελευταία φορά – live τον Τζέρι Λι Λιούις. Ήταν στη συναυλία κατά του AIDS στο Καλλιμάρμαρο και τα ονόματα ήταν «δυνατά» – αν και ετερόκλητα: Μπόνι Τάιλερ, Τζόαν Τζετ, RUN DMC, Black Uhuru. Και κάπου εκεί ανάμεσά τους, ο θρύλος του ροκ εν ρολ, ο «Killer» (λόγω του τρόπου που «σκότωνε» όταν έπαιζε μουσική και «δολοφονούσε» το κακόμοιρο το πιάνο του).

Mε τον Τζέρι Λι Λιούις έγινε ο πραγματικός χαμός – 60.000 άνθρωποι παραληρούσαν, χόρευαν, κοπανιόντουσαν, τον ανάγκασαν» να βγει για ανκόρ και να πει: «για πρώτη φορά εδώ και 20 χρόνια ξαναβγαίνω για ανκόρ». Αν υπάρχει ένα πράγμα που θυμάμαι, από εκείνη την τρυφερή ηλικία των 15 μου ετών, είναι ότι η ενέργειά του, διαπέρασε τα κεφάλια μας σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Και τα «χτυπήματά» του στο πιάνο, πρέπει να σκέπασαν την Αθήνα, απ’ άκρη εις άκρη.

Σε μια εποχή χωρίς ίντερνετ και google, χωρίς καμιά φοβερή πρόσβαση στην πληροφορία, τα πράγματα που μάθαινες για έναν σταρ του ροκ εν ρολ και της κάντρι από την Αμερική, ήταν λιγοστά και συγκεκριμένα: τα τραγούδια του κατά βάση, άντε και καμιά ωραία ιστορία που μπορεί να έγραφε κάποιο περιοδικό. Η ταινία για τη ζωή του άλλωστε, το «Great Balls of Fire», με τον Ντένις Κουέιντ, βγήκε έναν χρόνο αργότερα – και συνήθως αυτές οι ταινίες, ήταν τότε κάπως «αγιογραφίες» ή τέλος πάντων φρόντιζαν να λειάνουν και να στρογγυλέψουν καταστάσεις, συμπεριφορές, πάθη και λάθη. Και είναι αλήθεια ότι η ζωή του Τζέρι Λι Λιούις, ήταν γεμάτη από ασίγαστα πάθη και βάναυσα λάθη.

Τζέρι Λι Λιούις: Από μικρός στα βάσανα…

Ο Τζέρι Λι Λιούις γεννήθηκε στην Ανατολική Λουιζιάνα στις 29 Σεπτεμβρίου 1935. Ο πατέρας του, ο Έλμο, ήταν ένας φτωχός αγρότης, η μητέρα του, η Μάμι, μια θεοσεβούμενη μουσικόφιλη. Η οικογένεια βίωσε μια μεγάλη τραγωδία, όταν ο μεγαλύτερος αδερφός του Τζέρι σκοτώθηκε από ένα αυτοκίνητο. Όταν ο Τζέρι Λι έγινε επτά ετών, ο πατέρας του είχε την έμπνευση /φαεινή ιδέα/ εικόνα από το μέλλον να υποθηκεύσει το σπίτι για 250 δολάρια, ώστε να του αγοράσει ένα πιάνο. Πιο «money well spent» δεν πρέπει να έχει ξαναϋπάρξει!

Κι όχι μόνο αυτό… Ο μπαμπάς Έλμο αγόρασε ένα φορτηγό, έβαλε το πιάνο πάνω του και πατέρας με γιο άρχισαν να οργώνουν τις περιοχές του Νότου και να γεμίζουν με μελωδίες τις ατέλειωτες βαμβακοφυτείες. «Kill ’em dead», λέει ο θρύλος ότι είπε η μητέρα του, για καλό κατευόδιο – κάπως έτσι το ισόβιο παρατσούκλι «Killer» ήταν γεγονός.

Αυτή είναι η μια πλευρά της ιστορίας, η «καλή». Αυτή που θα έβαζες στο φλας-μπακ μιας ταινίας. Κάτι άλλες πληροφορίες ή φήμες, όπως ότι κόντεψε να πνίξει μια καθηγήτριά του στο Γυμνάσιο με τα ίδια του τα χέρια, δύσκολα θα έβρισκε χώρο σε μια αναδρομή στη ζωή του. Αντίθετα, θα έβρισε μια χαρά χώρο και χρόνο ο Τζέρι Λι Λιούις να τρυπώνει σε μπλουζ κλαμπς για να ακούσει μουσική, κρυμμένος κάτω από τραπέζια ή πίσω από κουρτίνες, ως το μόνο λευκό παιδί σε έναν κόσμο γεμάτο μαύρους.

Στα 16 του, παντρεύτηκε την κόρη ενός ιεροκήρυκα. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα: το ροκ-εν-ρολ ήταν «η μουσική του Διαβόλου» και ο πεθερός του «Άνθρωπος του Θεού». Πήγε λοιπόν σε ένα θρησκευτικό σχολείο στο Τέξας, κάνοντας τη μαμά του πολύ χαρούμενη, στη σκέψη ότι ο γιος της θα τραγουδούσε – επιτέλους – χριστιανικούς ύμνους.

Η όμορφη αυτή «φαντασίωση» δεν κράτησε πολύ: σε μια σχολική συνέλευση, πήρε το «my God is Real» και του άλλαξε τα φώτα, μετατρέποντάς το σε ένα έξαλλο, χορευτικό, ροκ-εν-ρολ αριστούργημα. Η διεύθυνση του σχολείου βέβαια, δεν είχε την ίδια άποψη περί «αριστουργήματος» και τον απέβαλε πριν καλά – καλά παίξει τις τελευταίες νότες. Ο Τζέρι Λι Λιούις, δεν τα έβαψε και μαύρα: «Υπήρχαν πάρα πολλές όμορφες γυναίκες εκεί έξω», είπε αργότερα.

Jerry Lee Lewis:

Τζέρι Λι Λιούις: Η αρχή της δόξας

Πήγε στο Μέμφις και τη θρυλική «Sun Records» και το 1956, το πρώτο του σινγκλ, «Crazy Arms», πούλησε 300.000 αντίτυπα – κυρίως στο Νότο. Άρχισε να ηχογραφεί ασταμάτητα και να κάνει περιοδείες με άλλα μέλη του ρόστερ της «Sun Records» – που δεν τα λες και «τυχαία»: Τζόνι Κας και Καρλ Πέρκινς. Μια μέρα, πέρασε τυχαία και τους συνάντησε ο Έλβις Πρίσλεϊ – κατέληξαν να παίζουν μουσική και να «τζαμάρουν» όλο το βράδυ. Να είναι καλά το χέρι του ανθρώπου που σκέφτηκε να το ηχογραφήσει όλο αυτό, το οποίο έγινε τελικά γνωστό ως «Million Dollar Quartet».

Η πρώτη μεγάλη σόλο επιτυχία του Τζέρι Λι Λιούις ήρθε το 1957. Το «A Whole Lotta Shakin’ Goin’ On» ήταν «αισχρό», «αμαρτωλό», προκλητικό για την εποχή του, πολύ «έντονο», τόσο πολύ που ανησύχησε μέχρι και τον ίδιο. Όχι μόνο διότι απέφευγαν να το παίξουν τα ραδιόφωνα, αλλά και για τη σωτηρία της ίδιας του της ψυχής: «Ανησυχούσα για το αν θα πήγαινα στον παράδεισο ή στην κόλαση», είπε αργότερα.

Ο Λιούις ξεκάθαρα όμως διάλεξε την κόλαση: στη δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή του Στιβ Άλεν, κλώτσησε την καρέκλα του στην άκρη, χτύπησε το πιάνο με τα τακούνια του και κοπάνησε με δύναμη τα πλήκτρα του πιάνου, πριν σηκωθεί όρθιος και σταθεί πάνω στο πιάνο. Εκατομμύρια άνθρωποι που παρακολουθούσαν το σόου αρχικά «πάγωσαν». Μετά, γούρλωσαν τα μάτια. Και στη συνέχεια εκστασιάστηκαν. Το σίνγκλ πούλησε εκατομμύρια – το ίδιο και το «Great Balls of Fire» και το «Breathless» που ακολούθησαν.

Και μετά ήρθαν τα – πολλά και διαφορετικά – προβλήματα

Δεν είναι εύκολο για όλους να διαχειριστούν την επιτυχία – για τον Λιούις σίγουρα δεν ήταν. Το «Εγώ» του, εκτοξεύτηκε στη στρατόσφαιρα. Αποφάσισε ότι εκείνος θα κλείνει κάθε σόου, τηλεοπτικό ή μη, όποια κι αν ήταν τα άλλα ονόματα – στο μυαλό του, δεν υπήρχε μεγαλύτερο όνομα από τον ίδιο σε ολόκληρο τον κόσμο. Όταν ο Τσακ Μπέρι κλήθηκε να κλείσει μια τηλεοπτική εκπομπή, ο Λιούις απλά έβαλε φωτιά στο πιάνο και τον «καλωσόρισε» με τη φράση «για να σε δω τώρα, μικρέ…»

Η μεγάλη κατρακύλα ξεκίνησε το 1958, σε μια περιοδεία στη Βρετανία. Στη συνέντευξη Τύπου στο αεροδρόμιο του Χίθροου, έγινε η αποκάλυψη που ο ίδιος δεν θα ήθελε να γίνει ποτέ. Βλέπετε, εκείνος ο πρώτος του γάμος, με την κόρη του ιεροκήρυκα, είχε κρατήσει μόνο 20 μήνες. Η δεύτερη σύζυγός του, Τζέιν Μλιτσελ, αποδείχθηκε δίγαμη και μάλλον ψυχικά διαταραγμένη – του έσπασε το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μια φορά με σφυρί. Η τρίτη του σύζυγος. Ήταν η Μάιρα Γκέιλ.

Λιούις

Γλυκύτατη, όμορφη, αλλά με δυο βασικά «προβλήματα»: ήταν πρώτη του ξαδέλφη. Και ήταν 13 ετών…Μπορεί εκείνος να ορκιζόταν ότι εκείνη ήταν 15 όταν παντρεύτηκαν, αλλά ακόμα κι εκείνη την εποχή, η αλήθεια κάποια στιγμή ξεπρόβαλε στην επιφάνεια. Όπως καταλαβαίνει κανείς, ξέσπασε σάλος.
Η περιοδεία ακυρώθηκε μετά από τρεις παραστάσεις, καθώς οι θεατές τον αποδοκίμαζαν όταν εκείνος έβγαινε στη σκηνή.

Η δικαιολογία του, ότι δεν ήξερε πως ο γάμος με τόσο μικρά κορίτσια ήταν ταμπού στη Βρετανία αλλά απόλυτα αποδεκτός στον Αμερικανικό Νότο, δεν άμβλυνε ούτε τις αντιδράσεις, ούτε καταλάγιασε την κατακραυγή. Κι όταν ο Λιούις επέστρεψε στις ΗΠΑ, είχε να αντιμετωπίσει πλέον έναν «εχθρικό Τύπο» και έναν λαό που του γύρισε την πλάτη: τα πρωτοσέλιδα έγραφαν «Πρόδωσες το Έθνος!» Ήταν πλέον, στη Μαύρη Λίστα.

Από εκεί που έπαιρνε 10.000 δολάρια τη βραδιά και γέμιζε ασφυκτικά συναυλιακούς χώρους, βρέθηκε να παίζει για πενταροδεκάρες σε μπαρ. Οι δίσκοι του δεν πούλαγαν πια σαν «ζεστά κουλούρια». Η μοναδική του επιτυχία, ήρθε το 1964, σε μια εμφάνισή του στο «Star Club» στο Αμβούργο – το «Rolling Stone» έγραψε: «δεν έμοιαζε με άλμπουμ, αλλά με “σκηνή εγκλήματος”. Ο Τζέρι Λι Λιούις τα σπάει με ένα σετ 13 τραγουδιών που μοιάζει σαν ένας μακρύς σπασμός».

Μόνο που το άλμπουμ δεν κυκλοφόρησε καν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τελικά, βρήκε τη Λύτρωση στο Νάσβιλ και στην κάντρι μουσική, λέγοντας ένα βροντερό «απεταξάμην το ροκ-εν-ρολ του Σατανά». Τα τραγούδια του πλέον μίλαγαν για την αγάπη, την απώλεια, το συναίσθημα, την πίστη. Ηχογράφησε το «Another Place, Another Time», μια διασκευή του Τζέρι Τσέσνατ και σκαρφάλωσε ξανά ψηλά στα τσαρτς. Ακολούθησαν κι άλλες επιτυχίες, όπως το «What Made Milwaukee Famous» και «She Even Woke Me Up To Say Goodbye».

Μέχρι το 1970, ο Τζέρι Λι Λιούις είχε γίνει σταρ της κάντρι. Αλλά οι τραγωδίες δεν τον έχουν εγκαταλείψει ποτέ στη ζωή του. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο γιος του Στιβ είχε πνιγεί σε μια πισίνα, μερικά χρόνια αργότερα έχασε άλλον έναν γιο, τον Τζέρι Λι Λιούις Τζούνιορ, σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ούτε οι δαίμονές του πάντως τον άφησαν ήσυχο. Το 1976, ο Λιούις πυροβόλησε τον μπασίστα του, Μπουτς Όουενς. Και συνελήφθη έξω από την έπαυλη του Έλβις Πρίσλεϊ μεθυσμένος και κρατώντας όπλο. Οι μαρτυρίες λένε πως φώναζε «Βγες έξω και σύντομα θα μάθουμε ποιος είναι ο Βασιλιάς». Η αστυνομία του Μέμφις τον άφησε τελικά ελεύθερο με εγγύηση 250 δολαρίων.

Όσο για τις περιπέτειές του με τις γυναίκες, αυτές συνεχίστηκαν με τρόπο δραματικό. Ο γάμος του με τη Μάιρα κράτησε πάνω από μια δεκαετία. Αλλά ο τέταρτος και ο πέμπτος γάμος του, ήταν γεμάτοι σκιές. Το 1982, η Τζάρεν Πέιτ πνίγηκε μόλις λίγες εβδομάδες πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία διαζυγίου. Ένα χρόνο αργότερα – μετά από μόλις 77 ημέρες γάμου – η Σον Στίβενς πέθανε στο σπίτι από υπερβολική δόση.

Το «Rolling Stone» δημοσίευσε ένα άρθρο κατηγορώντας τον Λιούις ότι την σκότωσε – ήταν μελανιασμένη, είχε αιμορραγία και η μεθαδόνη μέσα της ίσως προήλθε από το χέρι του. Αλλά οι δικηγόροι του κέρδισαν τη μάχη και ο ίδιος απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Όσο για τον ίδιο, παραδέχτηκε τον εθισμό στα ναρκωτικά, εισήχθη στην κλινική «Betty Ford» για να καταπολεμήσει την εξάρτησή του από τα παυσίπονα και το 1984, αφαιρέθηκε το ένα τρίτο του στομάχου του. Δυο χρόνια αργότερα πάντως, ήταν ανάμεσα στα δέκα πρώτα αστέρια που μπήκαν στο «Rock and Roll Hall of Fame», μαζί με τον Τσακ Μπέρι, τον Φατς Ντόμινο και τον Ρέι Τσαρλς.

Έκανε περιοδεία στην Ευρώπη με τον παλιό του αντίπαλο Τσακ Μπέρι και τον Λιτλ Ρίτσαρντ – ίσως ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να ταιριάξει με την ακατέργαστη ενέργεια του Λιούις μπροστά σε κοινό. Ο έκτος γάμος του με την Κέρι Μακ Κάρβερ διήρκεσε δύο δεκαετίες και τελείωσε το 2005. Αργότερα παντρεύτηκε για έβδομη και τελευταία φορά, τη Τζούντιθ Μπράουν. Έφυγε από τη ζωή πριν έναν χρόνο περίπου, στις 28 Οκτωβρίου του 2022. Παρόλες τις καταχρήσεις και την άστατη ζωή, ήταν ο «Τελευταίος Επιζών» των σπουδαίων μουσικών της γενιάς του – ο «Killer», που τους έθαψε όλους.

Φωτογραφίες: Getty Images