Για τους γεννηθέντες κυρίως μετά το 1990, ο Τόλης Βοσκόπουλος τους είναι γνωστός ως ένας ακόμα παλιός, λαϊκός τραγουδιστής. Ακόμα και οι του ’80 μπορεί να τον είχαν πετύχει σε κάποιο μαγαζί, αλλά όχι στα ντουζένια του. Αυτές οι γενιές αν τους μιλήσεις για pop idols, αυτόματα το μυαλό τους πάει στον Σάκη Ρουβά. Και για να εξηγηθούμε από την αρχή, όταν λέμε για pop idol, δε μιλάμε για είδος μουσικής, αλλά για δημοφιλία, για λαϊκό είδωλο.

Αυτό όμως που συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στη δεκαετία του ’70 με τον Τόλη Βοσκόπουλο, είναι πολύ μεγαλύτερο από το φαινόμενο του Σάκη ή άλλων σύγχρονων τραγουδιστών. Ο Τόλης Βοσκόπουλος ήταν το πρώτο και το μεγαλύτερο μουσικό είδωλο που έχει γνωρίσει η Ελλάδα. Σίγουρα δεν ήταν η μεγαλύτερη φωνή της χώρας και παρότι είχε τεράστιες επιτυχίες, υπήρξαν κι άλλοι που έκαναν εξίσου πολλές επιτυχίες.

Και ο Καζαντζίδης, και ο Στράτος Διονυσίου, και η Μαρινέλλα και ο Γιάννης Πουλόπουλος ήταν τότε σταρ, κι ίσως καλύτερες φωνές, αλλά ο Τόλης ήταν φτιαγμένος από εκείνα τα ανεξήγητα υλικά που μετατρέπουν έναν τραγουδιστή σε είδωλο. Βλέπε το φαινόμενο Madonna. Ο Τόλης ήταν ωραίο παιδί, είχε μοντέρνο look για την εποχή του και η μαλακή και λίγο ένρινη φωνή του σου έμενε κατευθείαν στο μυαλό και εξέφραζε μια νέα, πιο λάιτ και πιο “ποπ” εκδοχή στο λαϊκό τραγούδι.

Θυμάμαι ότι σε μια εποχή που δεν κυκλοφορούσαν στη χώρα πολλά πικάπ (μήπως θυμάται κανείς τι είναι;) που έπαιζαν βινύλιο, το πρώτο του single, το «Αγωνία», πούλησε 300.000 αντίτυπα. Όλοι όσοι δεν είχαμε πικάπ στο σπίτι, είτε τύχαινε να τον ακούσουμε στο ραδιόφωνο είτε τον ακούγαμε στα τζουκμπόξ σε καφενεία, παραλιακές ταβέρνες ή στα σφαιριστήρια που βόσκαμε τα απογεύματα, παίζοντας ποδοσφαιράκι ή μπιλιάρδο. Βογγούσαν τα τζουκμπόξ με τις επαναλήψεις του «Αγωνία» και αργότερα με το «Κι εσύ θα φύγεις και θα περάσεις και θα ξεχάσεις». Και μετά με το «Εκείνη», με το «Οι Άντρες Δε Μιλούν Πολύ», «Το Φεγγάρι Πάνω Θε’ Μου»…

https://www.intronews.gr/tolis-voskopoulos-ena-terastio-pop-icon-tis-elladas

Πιτσιρικάς, φοιτητής, είχα πάει να τον δω 4-5 φορές (μόνο σε αυτόν και τον Στράτο Διονυσίου πήγαινα, τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος) και βέβαια πάντα… τελευταίο τραπέζι πίστα. Με δύο τζιν Fizz (που τότε ήταν στη μόδα) για όλη τη βραδιά. Δε θα ξεχάσω ποτέ, όπως επισης δεν έχω ξαναδεί ποτέ από τότε, τα λουλούδια που έσκαγαν στην πίστα. Λόφοι που σήμερα θα μάζευε ο Ρέμος σε ένα μήνα. Και τα πιάτα σε ντάνες. Τα γκαρσόνια δε σταματούσαν να τα μεταφέρουν, λες και δούλευαν σε μεταφορική. Και το κοινό να τον αντιμετωπίζει με δέος σαν να ανέβαινε κάποιος γκουρού στην πίστα.

Είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες, γνωστές και άγνωστες, είχε γάμους (Στρατηγού, Μαρινέλλα, Παπαδημητρίου, Γκερέκου), αλλά το ειδύλλιο του με τη Ζωή Λάσκαρη, που σαφώς ήταν τότε η πιο ωραία γυναίκα της σόουμπιζ, ήταν η πρώτη ελληνική περίπτωση Μπραντζελίνα, πολύ πριν τους Μπραντζελίνα. Ας πούμε, μιλώντας με παραδείγματα της εποχής, κάτι σαν Ρίτσαρντ Μπάρτον με Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Στα δικά μας κυβικά…

Οι παπαράτσι τους κυνηγούσαν ανελέητα σε κάθε εμφάνισή τους. Τα περιοδικά της εποχής, το Φαντάζιο και το Ντόμινο, είχαν μόνιμα αφιερωμένα εξώφυλλα και 8σελιδα μέσα. Όταν έπαιξαν μαζί στο θέατρο το 1972 στο «Ερασταί του Ονείρου», χιλιάδες άνθρωποι έτρεχαν να τους δουν και άλλες πόσες χιλιάδες έμεναν απ΄έξω. Επί μήνες όλο αυτό.

Τα τραπέζια, όπου τραγουδούσε, ήταν κλεισμένα ένα μήνα νωρίτερα. Όταν πήγε σε σφαιριστήριο της Θεσσαλονίκης με τον Στράτο Διονυσίου για να παίξουν μπιλιάρδο, χιλιάδες κόσμου μαζεύτηκε απ΄έξω. Γενικά, όπου και να εμφανιζόταν, προκαλούσε κοσμοπλημμύρα, συνωστισμό και εκδηλώσεις λατρείας από γυναίκες.

Ακόμα και κοντά στα 60 του, όταν γνώρισε την κούκλα Άντζελα Γκερέκου, οι κάμερες δε σταματούσαν να τον κυνηγούν και η κάθε παρουσία του στην Κέρκυρα, τόπο γέννησης της Άντζελας, θύμιζε εκδήλωση για τον Άγιο Σπυρίδωνα. Το Star Channel βέβαια έστελνε κανονική αποστολή για να τον απαθανατίσει να ρίχνει τις στάμνες. Δεκάλεπτα ήταν τα ρεπορτάζ στο κεντρικό δελτίο.

Ο Τόλης είχε συμπεριφορά ενός άνδρα μιας άλλης εποχής. Ήταν πάντα υπερευγενής με τις γυναίκες, γαλαντόμος, κολακευτικός, δε τσιγγουνευόταν σε κομπλιμέντα, ήταν καλοντυμένος με σωστά, στενά κοστούμια και ατσαλάκωτα, κάτασπρα πουκάμισα, όπως τα περιγράφει η Σίρλεϊ ΜακΛέιν στο βιβλίο της για το ratpack των Φρανκ Σινάτρα και Ντιν Μάρτιν. Και σχεδόν πάντα με ένα λουλούδι στο πέτο. Και άψογες γραβάτες. Στην περίοδο της Λάσκαρη και του «Μαριχουάνα Στοπ», πέρασε και τη φάση του hippy style ελέω 70’s, με λαχούρια στα πουκάμισα και με κεντητά t-shirt, αλλά γενικά έμεινε με μια εικόνα Σινάτρα επί σκηνής.

Αξέχαστη θα μείνει η σκηνή στην κρατική τηλεόραση όταν τραγούδησε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1972, στο Παλέ ντε Σπορ, το «Ξανθή Αγαπημένη Παναγιά», προφανώς αφιερωμένο στη Ζωή Λάσκαρη. Αφού αρχικά κόμπλαρε και δεν έβρισκε ρυθμό με την ορχήστρα μπροστά σε ένα αποσβολωμένο κοινό που άρχισε να γιουχάρει τον σουπερστάρ του, μετά κατάφερε να τραγουδήσει σαν σεληνιασμένος όμως. Προφανώς εκείνη την ημέρα ήταν σε άλλη διάσταση, επηρεασμένος κι από τα κουτσομπολιά των ημερών εκείνων ότι χωρίζει με τη Λάσκαρη. Αν υπήρχε τότε AGB, θα είχαν σπάσει τα λαμπάκια.

Ο Τόλης ξόδευε και ζούσε όσο πιο πλούσια μπορούσε. Δε σταματούσε ποτέ να βάζει το χέρι στην τσέπη. Δεν είχε φρένο. Καμπάνες στον Αστέρα Βουλιαγμένης, πάρτι, ακριβές Ντομ Περνιόν, πανάκριβα δώρα σε γυναίκες, σπατάλες που τον οδήγησαν πολλές φορές σε οικονομικές καταστροφές. Ήταν και παρέμεινε πάντα, βέβαια, ένα λαϊκό παιδί, κι αυτό φαινόταν καθαρά στην εκφορά του λόγου. Κάποιες φορές τσαμπουκαλεύτηκε φραστικά, on air κιόλας. Άλλωστε, ήθελε να είναι και να παραμείνει μάγκας από την Κοκκινιά, πράγμα που το επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία. Τώρα, κάποιες από τις άτυχες στιγμές μπορούμε να τις ξεχάσουμε.