Ο Αλέξης Τσίπρας είναι αναμφίβολα το πρόσωπο του χθεσινού αποτελέσματος. Προφανώς, σε μια εκλογική διαδικασία ασχολείσαι πρωτίστως με τον νικητή, ιδίως από τη στιγμή που αυτός θα σε κυβερνήσει. Όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν αναμενόμενος νικητής. Και έχει φτιάξει μια στέρεη και σαφή δομή στη Νέα Δημοκρατία, οπότε δεν υπάρχουν και πολλά να σχολιάσεις εκεί.

Στην προεκλογική διαδικασία ο Μητσοτάκης και η ΝΔ ακολούθησαν μια ξεκάθαρη γραμμή, είχαν ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα και εστίασαν στο 90% στο τι έκαναν στην 4ετία τους και στο τι θέλουν να κάνουν στην επόμενη 4ετία. Με υπερβολές ή όχι, δεν έχει σημασία. Αντιθέτως, ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ εστίασαν στο 99% της εκστρατείας τους στο τι έκανε η ΝΔ αυτά τα 4 χρόνια με παραμορφωτικό φακό και δεν παρουσίασαν επικοινωνιακά ένα ολοκληρωμένο πλάνο για το πώς θα κυβερνήσουν τη χώρα εφόσον έβγαιναν πρώτοι, και έβαλαν μαύρα σύννεφα πάνω από την Ελλάδα.

Υπάρχει επομένως ένα τεράστιο πεδίο σχολιασμού για τις άπειρες αστοχίες που έκαναν στον ΣΥΡΙΖΑ, αστοχίες που θα πρέπει, για τους ίδιους τουλάχιστον, να βρεθεί αν ήταν προϊόν επιθυμίας του Τσίπρα ή αν ο Τσίπρας πιάστηκε αιχμάλωτος στην δαιδαλώδη δομή που διέπει το κόμμα του. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται ο Τσίπρας δεν έχασε λόγω κακής προεκλογικής περιόδου, αλλά η συντριβή του είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πώς πορεύτηκε επί 4 χρόνια, τόσο εσωκομματικά όσο και στην ευρύτερη πολιτική σκηνή.

Ο Τσίπρας έμοιαζε απλά να πιάνεται από τα σημεία των καιρών, από τις περιστάσεις, και να αλλάζει κάθε τρεις και λίγο το αφήγημά του.

Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι η διαφορά των 20 μονάδων δεν είναι προϊόν συνταρακτικής αύξησης των ποσοστών της ΝΔ σε σχέση με το 2019. Είναι αποτέλεσμα της πολύ μεγάλης πτώσης του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. 11,5 μονάδες έχασε από το 2019 ο ΣΥΡΙΖΑ. Ελάχιστο ποσοστό πήγε προς τη ΝΔ, ένα σχετικά μεγαλύτερο προς το ΠΑΣΟΚ, αλλά το μεγαλύτερο πήγε σε αποχή και εξωβουλευτικά κόμματα. Δεν κατάλαβε ποτέ αυτό που είχε πει κάποτε η Μελίνα στον Ανδρέα το 1989.

«Πρόεδρε, ίσως δεν αρέσουμε πια»

Κι ήταν σαφές ότι ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αρέσουν πια.

Τα 7 λάθη που έκανε ο Τσίπρας

Η ανάλυση είναι σχετικά απλή.

  1. Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξαν να φοράνε παρωπίδες, πείσμωσαν σαν μουλάρια στο δικό τους παραμύθι. Ίσως γιατί μόνο αυτό ήξεραν και με αυτό πορεύτηκαν. Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ ερχόταν σε πλήρη αναντιστοιχία με το συναίσθημα του λαού που έβλεπε ότι υπάρχει μια άνοδος κι ότι ακόμα και οι παγκόσμιες κρίσεις, με εξαίρεση την πρώτη χρονιά της πανδημίας, δε βιώθηκαν όσο άσχημα περίμενε. Το 31% που πήρε το 2019 τον έκανε να αισθάνεται ότι μπορεί να ανακάμψει με τον παλαιοκομματικό μηχανισμό και με επιθέσεις με όπλα του αφερέγγυους ανθρώπους, είτε στο κόμμα, είτε στα ΜΜΕ της επιρροής, είτε στα τρολ. Δεν έγινε καμία προσπάθεια να καθαρίσει το κόμμα και να το μετατρέψει σε ένα ευρωπαϊκό, σε ένα σύγχρονο κόμμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι φτιαγμένος από τόσα πολλά ετερόκλητα υλικά, τα οποία δεν ενσωματώνονται με τίποτα, δεν χωνεύονται από τη μεγάλη ομπρέλα. Ήθελε να μιμηθεί τον Ανδρέα και το παλιό ΠΑΣΟΚ και το έκανε κοπιάροντας 5 συνθήματα και τη χροιά του Ανδρέα. Κι από τα συνθήματα του Ανδρέα, ο Τσίπρας άφησε το πιο γοητευτικό σύνθημα στον Μητσοτάκη (για τις καλύτερες μέρες). Την ουσία την αγνόησε. Ποια είναι αυτή; Ότι το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής ήταν ένα κόμμα διακυβέρνησης σε όλη του την πορεία, δεν λειτουργούσε με αλλαλαγμούς και μίσος και είχε αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός κανονικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Αυτό ο Τσίπρας δεν το κατάλαβε ποτέ. Και ξαφνικά σήμερα, απ’ ό,το διαβάζω, διάφοροι υπερασπιστές του ανακαλύπτουν ότι αυτό ήταν το λάθος του. Ότι δηλαδή έπρεπε να διώξει όλους τους πρωταγωνιστές της τοξικότητας για να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα κόμμα με χαρακτηριστικά ικανότητας στην εξουσία.
  2. Δεν κατάλαβε ποτέ ότι οι ιδιαίτερα «ανώμαλες» συνθήκες που τον οδήγησαν από το 3% στο 36% για να κυβερνήσει, είχαν εκλείψει εδώ και καιρό. Δε μπορεί η χώρα να είναι σε ανάκαμψη και να αρχίσει να βλέπει ένα καλύτερο μέλλον και ο ΣΥΡΙΖΑ να ωρύεται και να καταγγέλει λες και είμαστε ακόμα στη δυσώδη περίοδο των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα. Από πολλά στόματα, την ώρα που η χώρα επιζητούσε την ηρεμία της, εκφραζόταν μία διάθεση ρεβανσισμού και απειλής για την «2η φορά Αριστερά». Κι αυτό επενδυμένο μόνιμα με καταστροφολογία.
  3. Επένδυση στην τοξικότητα. Το ερμήνευσαν όλοι ως αίτιο της πτώσης του ΣΥΡΙΖΑ. Είδαμε και τον Νάσο Ηλιόπουλο (που δεν ξέρει και πότε γίνονται οι φορολογικές δηλώσεις…), ακόμα και χθες, μετά από τέτοια συντριβή, να ενοχλείται από αυτή την αιτίαση και να αποχωρεί από ένα πάνελ. Η αποχώρησή του δεν ήταν στην ουσία αποχώρηση ενόχλησης, αλλά αποχώρηση-δήλωση αδυναμίας να βρει έναν στέρεο τρόπο να απαντήσει. Η πολεμική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα 4 χρόνια, δεν είναι ότι έσπρωξε ψηφοφόρους στη Νέα Δημοκρατία. Είναι ότι έσπρωξε ψηφοφόρους μακριά από το να ψηφίσουν. Η αυξημένη αποχή σε σχέση με το 2019 είναι επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ. Φυλλορροούσε και αρνείτο να το αποδεχτεί. Ενδεικτικό της τοξικολαγνείας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν ψήφιζε πράγματα που διατεινόταν ότι στηρίζει και θα τα ψήφιζε αν ήταν ο ίδιος στην κυβέρνηση.
  4. Δεν αντιλήφθηκε ο Τσίπρας πως ο Μητσοτάκης δεν είναι ένας καθαρόαιμος δεξιός ηγέτης. Ίσως ούτε καν δεξιός. Αυτός χτυπούσε τον ζουρνά, που λέει κι ο Τσίπρας, κι η παραδοσιακή, συντηρητική ΝΔ χόρευε στον ρυθμό του. Καθάρισε και όλα τα τοτέμ αυτής της δεξιάς, με πρώτο τον Καραμανλή. Ο Μητσοτάκης σούταρε τους ακροδεξιούς του κόμματος και συμμόρφωσε όσους έπρεπε να συμμορφωθούν. Δεν θέλησε ποτέ να καταλάβει, αυτό έδειξε η άρνησή του, ότι ο Μητσοτάκης συσπείρωνε κεντρώους και έδινε την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος. Τον σημάδεψε για 2η φορά προσωπικά (το 2019 υποτιμώντας τον με το να τον λέει…Κούλη και να τον θεωρεί εύκολο αντίπαλο) με γραφικές εκφράσεις περί Χούντας, δικτατορίας, νεποτισμού και όλα τα συναφή. Αυτό ερχόταν σε μετωπική σύγκρουση με την πραγματικότητα που έλεγε ότι ο Κυριάκος συγκεντρώνει 10% παραπάνω θετικές απόψεις απ’ ό,τι συνολικά η ΝΔ. Κι όταν αρνείσαι την πραγματικότητα, αν δεν είσαι σε κάποια ταινία, είναι σίγουρο ότι θα έρθεις σε μετωπική με τον τοίχο. Δεν κατάλαβε τίποτα από το ότι από το 2016 μέχρι σήμερα ο Κυριάκος τον «τσάκιζε» στις δημοσκοπήσεις. Παρέμενε στον διαρκή αφορισμό και στον «εξορκισμό του κακού», που όπως θα έλεγε ο Καζαντζάκης θα ήταν ικανός να λιώσει μόνο καμία σόλα στα παπούτσια του Μητσοτάκη.
  5. Ο Τσίπρας δεν μπόρεσε να συμμαζέψει τα στόματα των συνεργατών του. Σε αντίθεση με την πιο αυστηρή και ξεκάθαρη δομή που έχει η Νέα Δημοκρατία, με κανέναν να μην παρεκκλίνει από την γραμμή Μητσοτάκη, η δομή του ΣΥΡΙΖΑ είναι τέτοια που προωθεί την αμφισβήτηση και την παρέκκλιση. Έτσι προέκυψαν τα περί παράλληλου νομίσματος από τον Τσακαλώτο, έτσι έσκασε και η βόμβα Κατρούγκαλου που έστειλε όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες να ψηφίσουν ΝΔ γιατί φοβήθηκαν και δικαιολογημένα. Στην ανάλυση των ψήφων, ένα ποσοστό 30% ψήφισε το κόμμα που φοβόταν λιγότερο, το κόμμα που πίστευε ότι θα το πλήξει λιγότερο. Ποιο κόμμα λέτε εσείς ήταν αυτό; Σίγουρα όχι ο ΣΥΡΙΖΑ. Και η μεγαλύτερη του ήττα ήταν η ψήφος των νεαρών ψηφοφόρων, τους οποίους θεωρούσε σιγουράκια του ο Τσίπρας και το πολυδιαφήμιζε. Κι εκεί έφαγε ξύλο, γιατί αν μη τι άλλο, οι νέοι άνθρωποι του 2023 θέλουν να προκόψουν και να μην ψάχνουν ρουσφέτια, θέλουν να σπουδάσουν χωρίς να έχουν όλη την αλητεία που λυμαίνεται τα πανεπιστήμια, να τους παρενοχλεί και να τους αποκαρδιώνει.
  6. Απαισιοδοξία και μιζεροφιλία. Το είπαν στις δηλώσεις τους τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Σκέρτσος και άλλα στελέχη της ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επένδυσε σε μια εικόνα μιας Ελλάδας φωτεινής. Όσο σοκαριστικό ήταν αυτό το 21% διαφοράς, τόσο σοκαριστικά αυτοκαταστροφική ήταν και η επικοινωνιακή τακτική με τα σκοτεινά σποτάκια, με τα σποτάκια που παρουσίαζαν μια Ελλάδα παραδομένη στην κόλαση. Πέραν του ότι αυτό δεν επιβεβαιώνοταν από πουθενά, ακόμα και αν παίρναμε ως υπόθεση εργασίας ότι ίσχυε, ο πολίτης δεν ψάχνει να μάθει ότι βρίσκεται στη μιζέρια. Μπορεί να το εντοπίσει και μόνος του. Αυτό που ψάχνει είναι ένα χέρι να τον σηκώσει, να τον βγάλει από εκεί. Καθαρά επικοινωνιακά, ο Μητσοτάκης το άπλωσε αυτό το χέρι. Ο Τσίπρας όχι. Ξέρουμε πολύ καλά ότι στις εκλογές, την ώρα της ψήφου, κυριαρχεί πολλές φορές όχι ο φόβος του χθες, αλλά η ελπίδα του αύριο. Ένα ποσοστό πάνω από το 10% των ψηφοφόρων αποφάσισε λίγες ώρες πριν ψηφίσει πού θα δώσει την ψήφο του. Με τα ψυχοπλακωτικά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν βλέπω πώς κάποιοι, έστω λίγοι, θα επέλεξαν την αξιωματική αντιπολίτευση.
  7. Οι κυβερνητικές προτάσεις για συγκυβέρνηση χωρίς έρμα. Ο Τσίπρας έδειξε περισσότερη ζέση απλά να πάρει την πρωθυπουργία από τον Μητσοτάκη παρά να είναι ο ίδιος πρωθυπουργός και να οδηγήσει κάπου την χώρα. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το ότι απευθύνθηκε συνεργατικά σε ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Βαρουφάκη. Ήθελε να κάνει συγκυβέρνηση με όλους. Άλλαξε τέσσερις φορές σε έναν μήνα το τι σόι κυβέρνηση θέλει να κάνει. Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα. Με αποκορύφωμα την κοτσάνα περί κυβέρνησης ειδικού σκοπού που θα μπορούσε να μετατρέψει την Ελλάδα σε απέραντο φρενοκομείο. Όσο κι αν είναι απαραίτητη η συνεργασία σε πολιτικό επίπεδο, τέτοιος συνδυασμός δεν ήταν ποτέ πιθανό να γοητεύσει τον αναποφάσιστο ψηφοφόρο ή τον ψηφοφόρο-μέλισσα, αυτόν δηλαδή που δεν είχε τα τελευταία 7-8 χρόνια σταθερή επιλογή και πήγαινε από ΠΑΣΟΚ σε ΣΥΡΙΖΑ, από Χρυσή Αυγή σε ΣΥΡΙΖΑ ή κάποια άλλη διαδρομή. Η ανάγνωση του αποτελέσματος είναι πως κανείς δεν ήθελε Βαρουφάκη σε μια κυβέρνηση συνεργασίας και γι’ αυτό το ΜέΡΑ25 έφτασε να έχει ποσοστό εκτός Βουλής και δη χαμηλότερο από το Νίκη και το Πλεύση Ελευθερίας.
Τσίπρας

Μετά τις δεύτερες εκλογές, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα

Ο Τσίπρας ήδη, νιώθει τη ζεστή ανάσα του ΠΑΣΟΚ στην πλάτη του, παρά το ότι και το ΠΑΣΟΚ με τη σειρά του μόνο σωστή προεκλογική καμπάνια δεν έκανε με τον «άγνωστο πρωθυπουργό». Είναι σαφές και πάρα πολύ απλό. Ή ο ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει ένα κανονικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα απομακρύνοντας ό,τι τοξικό κουβαλάει από το 2012 ή οι μέρες του θα είναι μετρημένες. Αυτό το έχει στα χέρια του ο Τσίπρας. Και δεν είναι καθόλου εύκολο, όταν έχει γαλουχήσει οπαδούς να είναι εθισμένοι στην μιζεροφιλία και την τοξικότητα.

Κι αν πάλι πάρει αυτή την απόφαση, με πόσες από τις αριστερόστροφες συνιστώσες που συνήθως βγάζουν γλώσσα, θα μείνει; Πόσοι από αυτούς που βλέπουμε εδώ και 10 χρόνια στα κανάλια, θα αντέξουν τέτοια αλλαγή; Και πόσοι από τους ψηφοφόρους; Ή μήπως και τότε, μια επιλογή ΠΑΣΟΚ θα ήταν ελκυστικότερη, παρότι επικοινωνιακά ο Τσίπρας υπερτερεί του Ανδρουλάκη;

Σε οποιοδήποτε άλλο κόμμα στον πλανήτη, μετά την εκκωφαντική ήττα, ο Τσίπρας θα είχε πάει ήδη σπίτι του. Έτσι συνέβη με όλους τους αρχηγούς στο παρελθόν. Όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη δομή που έχει, δε μπορεί να φανταστεί την ύπαρξή του χωρίς τον Αλέξη. Πράγμα που είναι και σωστό. Ποιον να βάλεις στη θέση του; Τον Τσακαλώτο ή τον Τζανακόπουλο; Ή την Πόπη; Όπως και να ‘χει, σε έναν μήνα ακριβώς, όταν σφραγιστεί η διαφαινόμενη αυτοδυναμία της ΝΔ και λήξει η εκεχειρεία μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις εκλογές της 25ης Ιουνίου, θα μάθουμε το μέλλον του Τσίπρα και της παράταξής του. Χωρίς καμία αγωνία.