Μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν έναν ανελέητο πόλεμο προς τη διεθνή τρομοκρατία. Αυτός ο πόλεμος κράτησε ουσιαστικά μια δεκαετία, μέχρι το 2011 που ο Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωνε στον κόσμο πως είχαν σκοτώσει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν και πλέον τα αμερικανικά στρατεύματα δεν είχαν λόγο ύπαρξης στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Τόσο το 2001, όσο και το 2003, όλος ο πλανήτης διαδήλωνε στους δρόμους υπέρ της ειρήνης, κατά του πολέμου και σίγουρα κατά των ΗΠΑ και του Τζορτζ Μπους.

Το 2021, κι ενώ οι ΗΠΑ κάνουν επιτέλους αυτό που τους ζητούσε επί 18 χρόνια η φιλειρηνική πλευρά του πλανήτη, αποχωρούν δηλαδή από εδάφη ξένων χωρών, είναι και πάλι κατηγορούμενες. Κατηγορούνται ξανά γιατί στο διάστημα της παρουσίας τους εκεί, επέτρεψαν σε Ρωσία και Κίνα να αναμειχθούν, με τις πρακτικές τους ενίσχυσαν τις εξτρεμιστικές οργανώσεις και άφησαν μια χώρα στην οποία επένδυσαν 1.5 τρισ. δολάρια, με στόχο να υπάρξουν ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας που θα αποτρέπουν τους Ταλιμπάν και την Αλ-Κάιντα, αλλά τελικά οι στρατιωτικές δυνάμεις υποτάχθηκαν μέσα σε ένα βράδυ.

«Αν δεν έχουν σκοπό να πολεμήσουν οι Αφγανοί έναν δικό τους πόλεμο, δε βρίσκω λόγο να σπαταλήσω τις ζωές Αμερικανών στρατιωτών» είπε ο Τζο Μπάιντεν και είχε δίκιο. Ίσως σε όλη αυτή την εξίσωση να φταίει λιγότερο απ΄όλους. Σε σχέση με τον Ομπάμα που άκουσε περισσότερο απ΄όσο έπρεπε τη CIA και την NSA ή σε σχέση με τον Τραμπ, ο Μπάιντεν παρουσιάστηκε πιο αποφασιστικός απ΄όλους και με σκοπό να αφήσει για πάντα πίσω τον πολιτικό εμφύλιο που γιγαντώθηκε στις ΗΠΑ σε αυτή την 20ετία και ανέδειξε προβλήματα όπως η οπλοκατοχή και ο ρατσισμός.

Δεν είναι εντελώς απίθανο πάντως ο Μπάιντεν να έπεσε και θύμα στρατηγικής από την κυβέρνηση του Τραμπ. Ο Τραμπ βέβαια δε φημίζεται για τη στρατηγική του ικανότητα ή κάποια διορατικότητα, συνέβη ωστόσο κάτι τους τελευταίους μήνες της διακυβέρνησης του, ιδίως λίγο μετά την ήττα του στις εκλογές του Νοεμβρίου, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια υπονόμευσης του μεγάλου του αντιπάλου. Ας μην ξεχνάμε πως ο Τραμπ οδηγήθηκε σε ανάκριση για impeachment εξαιτίας πράξεων που έκανε με την Ουκρανία εις βάρος του Μπάιντεν.

Ο Μουλά Αμντούλ Γκάνι Μπαραντάρ είναι το κεντρικό πρόσωπο σε αυτό που θα μπορούσε να είναι και μια μίνι πλεκτάνη. Ο Μπαραντά προαλείφεται για να γίνει ο ηγέτης του ταλιμπανικού κράτους στο Αφγανιστάν, με το παρελθόν του να έχει μπόλικη Αμερική.

https://www.intronews.gr/3363-2-apo-ti-zarifa-gkafari-stis-anonimes-afghanistan-de-fobomaste

Η συνομιλία του Μπαραντάρ με τον Μάικ Πομπέο, σύμβουλο του Τραμπ

Ο Μπαραντάρ πολέμησε ως Μουτζαχεντίν τη δεκαετία του ’80 στην Κανταχάρ, στην εισβολή των Σοβιετικών στη χώρα. Τους αντιστασιακούς για την περίσταση Μουτζαχεντίν, προμήθευε με όπλα η CIA. Από τότε ο Μπαραντάρ είχε δίαυλο επικοινωνίας με τις ΗΠΑ. Στην πρώτη πενταετία των Ταλιμπάν, ο Μπαραντάρ ήταν παρών και σημαντικό στέλεχος. Όταν οι ΗΠΑ κατέλαβαν τη χώρα, ο Μπαραντάρ περιπλανήθηκε, διέφυγε και κατέληξε στο Καράτσι του Πακιστάν, όπου και συνελήφθη το 2008. Έμεινε στη φυλακή για σχεδόν 10 χρόνια και το 2018 οι ΗΠΑ αιτήθηκαν στο Πακιστάν να τον αφήσει ελεύθερο.

Ο Μπαραντάρ έγινε γρήγορα συνομιλητής των ΗΠΑ, με τον Μάικ Πομπέο να συναντιέται μαζί του το Νοέμβριο του 2020 στη Ντόχα του Κατάρ κι εκεί να ολοκληρώνεται η συμφωνία με τους Ταλιμπάν για μια ειρηνική μετάβαση μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων που θα κατέληγε τον Απρίλιο του 2021.

Ο Πομπέο ανέφερε ότι προειδοποίησε τον Μπαραντάρ πως γνωρίζουν που μένει και αν επιχειρηθεί κάποια επίθεση στα στρατεύματα, θα τον κυνηγήσουν μέχρι θανάτου. Όσο chilling κι αν είναι αυτή η απειλή, ο Πομπέο βρίσκεται τώρα να επικρίνει σφοδρά τον Μπάιντεν, να τον περιγράφει ουσιαστικά ως έναν δειλό πρόεδρο των ΗΠΑ και ζητά να γίνει πιο επιθετικός προς πάσα κατεύθυνση.

«Ηγείται με αδυναμία, του λείπει η αμερικανική πυγμή για να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις μας. Το γεγονός πως δεν ξεκαθαρίσαμε στους Ταλιμπάν ότι αν μας διώξουν, θα επιστρέψουμε για να τους κυνηγήσουμε ως τα σπίτια τους, είναι ένα σκηνικό τρόμου για τη διεθνή μας πολιτική». Αυτές ήταν οι φράσεις του Πομπέο, που φρόντισε να επιλέξει σωστά τις λέξεις που θα πει.

Ο Μπαραντάρ, με τις ευλογίες των ΗΠΑ του Τραμπ, κατευθύνεται από τη Ντόχα προς την Κανταχάρ κι από κει προς την Καμπούλ για να γίνει ο νέος ηγέτης του Αφγανιστάν. Παράξενη τροπή, θα έλεγε κάποιος πονηρεμένος.

Σε μια περίοδο που ο Μπάιντεν και η αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις μιλούσαν στο αμερικανικό έθνος για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και τη μείωση της ανεργίας κατά 5 εκατομμύρια ανθρώπους, αυτό που συμβαίνει τώρα στο Αφγανιστάν τραβά τα βλέμματα αλλού, μακριά από την όποια εσωτερική τους επιτυχία.

* Φωτογραφία: Getty Images