Ήταν Απρίλιος, βρισκόμουν σε καραντίνα και αυτό σήμαινε ένα πράγμα: Χαζολόγημα στο διαδίκτυο όλη μέρα, μέχρι να κοιμηθώ. Κάπου ανάμεσα στα βίντεο του TikTok, στις προτάσεις του Netflix, στα Podcasts στο Spotify, διάβασα και μία συνέντευξη του Βαγγέλη Γιαννίση για το νεοφερμένο βιβλίο τού, «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

Οι μαγικές λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη του, «αληθινά εγκλήματα», «συνεντεύξεις με αξιωματικούς της ΓΑΔΑ», «αρχεία του Ανθρωποκτονιών», ήταν αρκετές για να μου κινήσουν την περιέργεια και να ψάξω περισσότερα για το βιβλίο που ό,τι είχε μπει στον κατάλογο της αστυνομικής λογοτεχνίας. Η περιγραφή του, απλή και λιτή. Ένα ταξίδι στα άδυτα πέντε υποθέσεων, που συγκλόνισαν την τοπική κοινωνία, αν και οι ιστορίες τους δεν έγιναν ευρέως γνωστές, όπως βλέπουμε να συμβαίνει πλέον. Όμως αυτό ήταν που ήθελε και ο συγγραφέας. Να μην ρίξει περισσότερο φως σε υποθέσεις που έχουν τραβηχτεί από τα μαλλιά, αλλά να φωτίσει εκείνες που δεν αντιμετωπίστηκαν με την ίδια σοβαρότητα.

Υπόθεση Βιβλίου:

Ένας τοξικοεξαρτημένος βρίσκεται σταυρωμένος σε ένα δάσος. Ένας εισοδηματίας δολοφονείται βίαια στο διαμέρισμά του. Άγνωστοι πυροβολούν έναν Ολλανδό σε μια γειτονιά της Αθήνας.Ένα κοριτσάκι εξαφανίζεται από το σπίτι του.Μια φωτιά σε ένα δώμα αποκαλύπτει ένα πτώμα δεμένο στο κρεβάτι.

Πέντε εγκλήματα και πέντε αξιωματικοί της αστυνομίας με έναν και μοναδικό στόχο: Να τα εξιχνιάσουν.

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης έγινε ο Holden Ford του Mindhunter, απλά από την αντίθετη πλευρά. Δεν πήρε συνέντευξη από κατά συρροήν δολοφόνους, δηλαδή, προκειμένου να φτιάξει το προφίλ τους, αλλά από αξιωματούχους της ΓΑΔΑ, που ανέλαβαν να εξιχνιάσουν, ο καθένας ξεχωριστά, υποθέσεις ανθρωποκτονιών.

Στον 11ο όροφο του κτιρίου, στεγάζεται το Τμήμα Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας, όπου αναλαμβάνει να λύσει τους γρίφους. Πόσο εύκολο είναι αυτό; Πώς επηρεάζεται ο κάθε αξιωματικός με τα θύματα και τους συγγενείς; Πώς αλλάξει η δική του καθημερινή προσωπική ζωή; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που το βιβλίο καταπιάνεται, μέσα από τα λόγια των ίδιων των ανθρώπων, που έχουν κάνει τη δουλειά τους να είναι η ζωή τους ολόκληρη.

Αναμφίβολα, το βιβλίο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία, μιας και κάτι αντίστοιχο αφηγηματικό νουάρ δεν έχει ξαναγίνει. Ο αναγνώστης γίνεται αθέατος μάρτυρας και η αφήγηση δεν μπορεί να μην τον συνεπάρει.

Πώς έγινε μια δολοφονία για παραδειγματισμό, πώς οι λίρες -που δεν βρέθηκαν ποτέ- στάθηκαν η αιτία για μια ανθρωποκτονία, κάτω από ποιες συνθήκες ένα μικρό κορίτσι δολοφονήθηκε και πως ένα διαμέρισμα κάηκε ολοσχερώς και μαζί ένας άνδρας;

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης κάνει αυτό που λατρεύουμε να βλέπουμε στη ξένη αστυνομική λογοτεχνία, να μας μεταφέρει στην υπόθεση και να μας προκαλεί όλη την αγωνία για την εξιχνίαση της.

Με λίγα λόγια, αν δεν το έχεις διαβάσει, είναι must βιβλίο για το καλοκαίρι. 

Κεντρική Φωτογραφία: Unsplash