Οι τέσσερις πυροβολισμοί που αντήχησαν στο τσιμέντο της πυλωτής σε πολυκατοικία στα Άνω Πατήσια, δεν ήταν και το πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Στην περιοχή της Γκράβας βεβαίως, πολύ περισσότερο τότε απ’ ότι σήμερα, η κατάσταση ήταν πάντα επικίνδυνη λόγω της διακίνησης ναρκωτικών, της σχεδόν μυθικής παρουσίας των μικροσυμμοριών, αλλά πιστολιές δεν έπεφταν κάθε μέρα. Η 18η Απριλίου του 2004 επιφύλασσε μία μακάβρια έκπληξη.

Κανείς από τους περίοικους άλλωστε δεν περίμενε πως στην περιοχή διέμενε η Καλλέργαινα, η διαβόητη ιδιοκτήτρια οίκων ανοχής, η οποία μεσουράνησε τη δεκαετία του ’90 στους κόλπους της νύχτας. Κι αν ακόμη υπήρχαν κάποιοι που το γνώριζαν, η Καλλέργαινα δεν διέφερε δραματικά από τη μεσόκοπη νοικοκυρά της εποχής. Η κοψιά, τα ρούχα και εν γένει η εμφάνιση αιχμαλώτιζαν τον καθημερινό νου στην εικόνα της γυναίκας που απλώνει τα χαλιά στα κάγκελα του μπαλκονιού και τα χτυπά με το τιναχτήρι.

Δολοφονία Βάγιας Ζήση, Καλλέργαινα

Ενέδρα στην Καλλέργαινα στο… «ντέρμπι του Δούρου»

Η πόλη κρατούσε την ανάσα της εκείνο το βράδυ. Κάτι παραπάνω από τρία χιλιόμετρα μακριά, η μητέρα των ποδοσφαιρικών μαχών είχε φτάσει στο peak της. Ο Παναθηναϊκός αντιμετώπιζε τον Ολυμπιακό στο «Απόστολος Νικολαΐδης», σε μία ατμόσφαιρα εκρηκτική. Το περιβόητο «ντέρμπι του Δούρου», όπως χαρακτηρίστηκε πρωτίστως από τους οπαδούς του Ολυμπιακού, γραφόταν εκείνες τις στιγμές στην ιστορία.

Σαφώς και δεν αποτελεί δικαιολογία το γεγονός πως μία τεράστια αστυνομική δύναμη είχε επικεντρωθεί στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Άλλωστε είναι ουτοπικό να μιλάμε για αστυνόμευση σε κάθε γειτονιά.

Ήταν λίγο μετά τις 22:00, όταν στην οδό Γεωργίου Χατζηδάκη 21 στην Γκράβα το ασημί Opel Tigra προσέγγιζε το πάρκινγκ. Η οδηγός σαφώς και δεν περίμενε πως θα της είχαν στήσει καρτέρι. Στην πορεία της άλλωστε, άλλοτε φαινόταν να έχει άγνοια κινδύνου, άλλοτε πως ήταν ατρόμητη. Οι πληροφορίες αναφέρουν πως ήταν τουλάχιστον δύο τα άτομα που την περίμεναν. Με γοργό βήμα και κοφτές κινήσεις, ένα όπλο προτάθηκε και τέσσερις πυροβολισμοί ήταν αρκετοί.

Δολοφονία Βάγιας Ζήση, Καλλέργαινα

Το τζάμι του οδηγού έπαυσε να είναι κλειστό. Θρυμματίστηκε. Το σκηνικό ήταν τέλειο. Οι τηλεοράσεις έπαιζαν στη διαπασών, ανά τακτά χρονικά διαστήματα έσκαγαν βεγγαλικά και βαρελότα. Κανείς δεν έδωσε την παραμικρή σημασία. Η Καλλέργαινα ήταν νεκρή.

Τη φυσική ροή στην τάξη των πραγμάτων έθεσε ένας γείτονας μερικές ώρες αργότερα. Ίσως τυχαία αντιλήφθηκε πως το ασημί Tigra είχε ένα σπασμένο τζάμι. Είδε τα κομμάτια του γυαλιού και παραξενεύτηκε. Πλησίασε και ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του είδε ένα ανθρώπινο σώμα με αφύσικες, γεμάτες αίμα, οπές. Ακολούθησε η συνήθη διαδικασία. Αστυνομία, ΕΚΑΒ και από εκεί στο «Αγία Όλγα». Εκεί μπήκε και η τελική σφραγίδα στην ιστορία που εξύφαινε η Καλλέργαινα.

Δολοφονία Βάγιας Ζήση, Καλλέργαινα

Το πρόσωπο πίσω από το προσωνύμιο: Βίος και πολιτεία της Βάγιας Ζήση

Το όνομα «Καλλέργαινα» σαφώς και δεν ήταν το αληθινό όνομα της Βούλας, για τους φίλους, Βάγιας Ζήση για τους απλούς γνωστούς. Η 56χρονη είχε διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα στους δρόμους της νύχτας, πρωτοπόρος για την εποχή της, έφτασε να γίνει η βασίλισσα των μαστροπών. Οι θρύλοι της εποχής μιλάνε για τον ατσάλινο έλεγχό της πάνω σε τουλάχιστον 30 οίκους ανοχής. Από τις έρευνες προέκυπταν δεδομένα… μόνο 13 στην Αττική και κυρίως στην Ομόνοια, στον Άγιος Παντελεήμονα, στα Κάτω Πατήσια, στον Κολωνό και στον Κεραμεικό.

Στην εποχή της δύσης της κυριαρχίας της θεωρούνταν ξενοδόχος. Όλα τα προηγούμενα χρόνια πριν όμως, είχε την ιδιότητα της ιερόδουλης. Χάνεται στα βάθη των χρόνων ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να βγάλει τόσα χρήματα, ώστε να καταφέρει να βάλει στο χέρι (ίσως και) δεκάδες ακίνητα σε Αττική και επαρχία και να τα μετατρέψει σε πορνεία.

Η πορεία της φέρεται να ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο Μεταξουργείο. Εκεί χρονολογείται η παρουσία της στο χώρο της νύχτας, τότε όμως ως ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής, επί της οδού Καλλέργη, εξ ου και το προσωνύμιο «Καλλέργαινα».

Ήταν βεβαίως οι συνθήκες της εποχής που έφεραν πρόσφορο έδαφος και πεδίο δόξης λαμπρό στα σκοτεινά μονοπάτια της νύχτας. Το άνοιγμα των συνόρων της Αλβανίας, η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, έφεραν στην πόρτα της χώρας και της Ευρώπης γενικότερα, εκατοντάδες χιλιάδες πεινασμένες γυναίκες, οι οποίες έπεσαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης.

Δολοφονία Βάγιας Ζήση, Καλλέργαινα

Επομένως η, κατά τα άλλα, σεμνή επιχείρηση γρήγορα θα γιγαντωνόταν. Το θέμα ήταν πως θα έβρισκε και η Βάγια Ζήση την άκρη της στα κυκλώματα.

Η αναμπουμπούλα γεννά ευκαιρίες. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σχετική σιγουριά είναι πως η Καλλέργαινα δεν είχε πρόθεση να μείνει έξω από το παιχνίδι. Στην πραγματικότητα και όπως φάνηκε εκ των υστέρων, ήταν έτοιμη να το κατακτήσει. Τουλάχιστον, για όσο επιτρέπει η βραχύβια ημερομηνία λήξης που έχουν ακόμη και οι σκληρότεροι στο σύμπαν του υποκόσμου.

Η Καλλέργαινα της εκμετάλλευσης και η… χρέωση ανά πεντάλεπτο

Από τη μεγάλη «έκρηξη» της Ανατολικής Ευρώπης μέχρι και την εμφάνιση του ωστικού κύματος στην Ελλάδα το 1991, μέχρι και τα τέλη εκείνης της τελευταίας ανέμελης δεκαετίας, δεν υπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία για το πώς η Ζήση επεκτάθηκε. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο οι Αρχές είχαν μία γενική εικόνα για τη δράση της, ωστόσο η αρχή του τέλους της κυριαρχίας της ήταν και εκείνη που έριξε φως στο αληθινό πρόσωπο πίσω από την εικόνα της απλής «τσατσάς».

Παρά το γεγονός πως υπάρχουν αναφορές που ήθελε το τμήμα Ηθών -υπηρεσία που ξηλώθηκε στα τέλη της ίδιας δεκαετίας- να έχει τουλάχιστον 20 δικογραφίες με πρωταγωνίστρια την Καλλέργαινα, έπρεπε να φτάσουμε στο Νοέμβριο του 1998 και στην αποκάλυψη ενός απίστευτου δικτύου για να πάρει και εκείνη τη θέση που της αρμόζει στις κορυφαίες θέσεις του βασιλείου του υποκόσμου.

Έτσι, μέσα σε μία διετία γεμάτη συναπαντήματα με την Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη για την Καλλέργαινα, η έκταση και το εύρος της επιρροής της σιγά σιγά σχηματίζονταν μπροστά στα μάτια του κοινού.

Καλλέργαινα

Το τελευταίο γύρισμα της κλεψύδρας ήταν πλέον γεγονός. Στις δουλειές της αποκαλύφθηκε πως είχε διαμορφώσει δικό της τιμοκατάλογο. Κάθε ραντεβού με τα κορίτσια της διαρκούσε πέντε ή δέκα λεπτά με χρέωση 3.000 ή 6.000 δραχμές και πήγαινε λέγοντας. Βεβαίως, από την πλευρά τους τα κορίτσια θα έπρεπε να δουλεύουν ένα πλήρες 8ωρο. Ως αμοιβή λάμβαναν 5.000 δραχμές, κάθε δεύτερη ημέρα. Φυσικά, τα διαβατήριά τους ήταν αποκλειστικά στη διάθεσή της. Οι γυναίκες ήταν φυλακισμένες. Όσες κι αν ήταν, η Καλλέργαινα ήξερε τον τρόπο για να τις χειριστεί. Και ήταν πολλές, αφού κατάφερε να βρει εκείνες τις άκρες που της παρείχαν φρέσκο αίμα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ενώ εκείνη φρόντιζε να διευρύνει το δίκτυο των πορνείων που ήλεγχε.

Ο ταξιτζής, ο Ρώσος, οι αστυνομικοί και ο Πλανητάρχης

Ένας άνθρωπος βεβαίως είναι φύσει αδύνατο να μπορέσει να φέρει εις πέρας τέτοια επιχείρηση εντελώς μόνος του. Τα δημοσιεύματα της εποχής συνδέουν την Καλλέργαινα με μία σειρά προσώπων που μάλιστα φέρονταν να είχαν διακριτό ρόλο γύρω από την Βάγια Ζήση.

Alter ego και κατά τα φαινόμενα στενότερος συνεργάτης της λογιζόταν ένας οδηγός ταξί, ο Γιώργος Καναβός, ο οποίος είχε ενδεχομένως τον βασικότερο περιφερειακό ρόλο. Όπως αναφερόταν εκείνη την εποχή, δεν εκτελούσε μόνο χρέη παράδοσης των νέων κοριτσιών στα χέρια της Ζήση, αλλά ενίοτε πραγματοποιούσε ταξίδια στη Μόσχα προκειμένου να εξετάσει ο ίδιος το «εμπόρευμα».

Αντίστοιχο ρόλο είχε ο Νίκος Λαζαρίδης, ομογενής από τη Ρωσία, ο οποίος πιθανότατα να ήλεγχε την ροή του «εμπορεύματος» και να ήταν η κύρια πηγή πληροφοριών του κυκλώματος. Ο «Ρώσος» άλλωστε, ήταν εκείνος που αργότερα ανέλαβε τα ηνία ολόκληρης της επιχείρησης όταν ο κλοιός της Αστυνομίας άρχισε να κλείνει επικίνδυνα γύρω από τη Ζήση. Μία πορεία όμως που δεν κράτησε πολύ, καθώς κι αυτός βρέθηκε σύντομα στο στόχαστρο των Αρχών.

Η παρουσία πάλι, δύο αστυνομικών, με τα σημερινά δεδομένα και τις εμπειρίες που έχουμε αποκομίσει όλα αυτά τα χρόνια, δεν θα έπρεπε ν’ αποτελεί έκπληξη. Ειρήσθω εν παρόδω ένας από τους λόγους όπου η Πολιτεία κατήργησε ουσιαστικά το περιλάλητο τμήμα Ηθών, ήταν η δραματική επιρρέπεια μερίδας αστυνομικών να ενδίδουν στον πειρασμό του εύκολου χρήματος. Αντίστοιχη πορεία είχε και το Λεσχών, αρμοδιότητες των οποίων ενσωματώθηκαν στις κατά τόπους Ασφάλειες και στη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος.

Η ανάμειξη τουλάχιστον δύο αστυνομικών στο κύκλωμα ήρθε στην επιφάνεια έπειτα από έρευνα του τότε εισαγγελέα Πρωτοδικών Γεωργίου Γεράκη, ενός λειτουργού του οποίου η πορεία στη συνέχεια έφτασε τα όρια του μύθου, αναλαμβάνοντας έρευνες που έθεταν στο μικροσκόπιο προσωπικότητες «άπιαστες» όπως αυτή του Δημήτρη Μάλαμα, 20 ολόκληρα χρόνια πριν τη δολοφονία του δεύτερου. Στις μέρες μας δε, έφτασε να κατηγορείται από την Αριστερά ως «σκληρός Δεξιός» και ευλόγως στην εποχή της ακραίας πόλωσης μπήκε στο στόχαστρο.

Ένας ακόμη που ενεπλάκη στην ιστορία, έχει επίσης όνομα βαρύ σαν ιστορία. Ο λόγος για τον τραγουδιστή Τάσο Μπουγά, τον επονομαζόμενο και ως «Πλανητάρχη». Ο ρόλος του δεν κατέστη ποτέ σαφής, ενώ σύμφωνα με τα δημοσιεύματα εκείνης της εποχής του είχαν προσάψει τη μεταφορά μίας αλλοδαπής. Τόσο εκείνος όσο και η Ζήση είχαν απαλλαχθεί στην πορεία με βούλευμα.

Καλλέργαινα
Ο Τάσος Μπουγάς επί τω έργω

Ο ίδιος ο… Πλανητάρχης άλλωστε παραδέχτηκε πως διατηρούσε στενές σχέσεις με την Καλλέργαινα. Με τον γνωστό γλαφυρό, έως και αγοραίο ύφος του είχε περιγράψει το ύφος της σχέσης με τη Ζήση μιλώντας στη Lifo:

«Είχα σχέση μαζί της. Η γυναίκα μπορεί να ήταν μπλεγμένη, αλλά όχι, δεν με έμπλεξε πουθενά. Τη γνωρίζω στα μπουζούκια, έρχεται και μ’ ακούει κάθε βράδυ. Βγαίνουμε σε μια καφετέρια και τα φτιάχνω για λίγο μαζί της. Μετά έφυγα κι ήρθε και με βρήκε στο εξωτερικό. Όταν γύρισα, είναι η μόνη γυναίκα που δεν μου έλεγε “πού πήγες, τι έκανες, αν γάμησες, αν δεν γάμησες” και όλα αυτά. Δεν μου ασκούσε δηλαδή καμία πίεση, καμία γκρίνια. Έκανα τη ζωή μου κι όταν γύρναγα σπίτι τα έβρισκα όλα στην εντέλεια. Τι άλλο να θέλει ένας άντρας;».

Από εκείνη τη συνέντευξη πάντως, προκύπτει, για χάρη της αφήγησης της ιστορίας της Ζήση, ένας πολύ σημαντικός κρίκος: Ένα ξενοδοχείο στη Ζάκυνθο, το δεύτερο ξενοδοχείο που κατάφερε εκείνη ν’ αποκτήσει και το οποίο έμελλε να τη συνδέσει με το όνομα του ανθρώπου που κατηγορήθηκε (αλλά απαλλάχθηκε) πως τη σκότωσε: Του Ντίμι Κορφιάτη.

«Πάντως, το λέω τώρα σε σένα, η Βάγια ήξερε ότι θα πεθάνει. Δυο μέρες πριν είχε έρθει απ’ το μαγαζί. Μου λέει μετά: “Θέλω να έρθεις απ’ το σπίτι” και δεν εννοούσε η γυναίκα για πήδημα κι έτσι. Όχι ότι δεν άξιζε γι’ αυτό, απλώς το ‘χε βαρεθεί τόσα χρόνια μαζί μου. Απόδειξη ότι μου ζήτησε να πάμε ένα διήμερο κάπου οι δυο μας. Της λέω: “Και να πέσουν σαν τα κοράκια πάνω μας όλα τα κανάλια;”.

Φεύγουμε, ξυπνάω εγώ το μεσημέρι και το βράδυ τη φάγανε. Δεν ξέρω, ρε φίλε, αλλά πάντα είχα μια βαθιά προαίσθηση. Της είχα πει όταν πήγε και πήρε εκείνο το ξενοδοχείο στη Ζάκυνθο: “Αυτό που έκανες θα ‘ναι και η τελευταία σου συναλλαγή. Απ’ αυτό θα πας!”. Τελικά, τη φάγανε οι μπράβοι απ’ αυτούς εκεί πέρα. Γιατί δεν είναι τυχαίο που τρεις μέρες αφότου γύρισε από κει, ήρθε και μου ‘πε: “Πήρα τα χρήματα που μου χρωστάγανε”. Γιατί δεν βρέθηκε η επιταγή 603.000 ευρώ όταν τη φάγανε; Πού πήγε η επιταγή;».

Καλλέργαινα
Ο Ντίμι Κορφιάτης και η σύζυγός του, Χριστίνα Κλουτσινιώτη

Η συνεργασία με τον Κορφιάτη, ο «ηθικός αυτουργός» και το αιματηρό τέλος

Μετά την καταιγίδα των απανωτών διώξεών της από τις Αρχές, η «Καλλέργαινα» είχε ήδη διαμορφώσει «εμπορικές» σχέσεις με τη δυτική Ελλάδα και συγκεκριμένα την ευρύτερη περιοχή του Πύργου Ηλείας. Η Καλλέργαινα φερόταν μέλος ενός ακόμη μεγαλύτερου κυκλώματος μαστροπών που απαριθμούσε τουλάχιστον 35 άτομα και δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Πελοπόννησο. Γι’ αυτή την υπόθεση μάλιστα καταδικάστηκε το 2003 σε μικρή ποινή φυλάκισης καθώς τότε αυτά τα αδικήματα συγκαταλέγονταν στα πλημμελήματα.

Προηγουμένως όμως είχε προλάβει να συνάψει επιχειρηματική συνεργασία με τον Ντίμη Κορφιάτη. Εκείνη την εποχή το όνομα του επιχειρηματία δεν φερόταν ιδιαίτερα γνωστό. Οι δυο τους είχαν συνεταιριστεί για την αγορά ενός ξενοδοχείου στο νησί της Ζακύνθου. Το μείγμα αποδείχθηκε εκρηκτικό. Από τη μία οι δραστηριότητες της Ζήση από την άλλη αυτές του Κορφιάτη, έβαλαν και τους δύο στο στόχαστρο μίας προϋπάρχουσας κατάστασης που έκανε κουμάντο στο νησί. Έπειτα, η επιρροή της Ζήση στο νομό Ηλείας ίσως ν’ αποτελούσε και φόβητρο για την τοπική μαφία, η οποία για δεκαετίες είχε (και έχει) αξιοσέβαστο όνομα.

Μέσα σε λίγους μήνες όμως η «Καλλέργαινα» έπεσε νεκρή. Γρήγορα οι υποψίες έπεσαν στον συνέταιρό της, με τις υποψίες να μετατρέπονται στην κατηγορία της ηθικής αυτουργίας της δολοφονίας της. Ο Κορφιάτης όμως απαλλάχθηκε ελλείψει στοιχείων. Τα μάτια και τα αυτιά της πιάτσας της εποχής βεβαίως, παρακολουθούσαν στενά τον Κορφιάτη και δεν άργησαν να φανούν οι πρώτες κατηγορίες εναντίον του με κυριότερη τη φύλαξη βαρέως οπλισμού σε χώρο ιδιοκτησίας του. Κάποιοι τον συνέδεσαν και με την πρώιμη μορφή της αλβανικής μαφίας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’10 τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Από ενδεχομένως «παίκτης» ο Ντίμι Κορφιάτης μετετράπη σε κατήγορος και ταυτόχρονα κυνηγημένος. Με όπλο τη βαθιά γνώση της πιάτσας άνοιξε πόλεμο με ποινικούς αλλά και επίορκους αστυνομικούς. Ενδεχομένως να θεώρησε πως ο δρόμος της λύτρωσης να περνά μέσα από την αντιπαράθεση με το παρελθόν του. Ίσως να έπαιξε ρόλο και η γέννηση των συνολικά τριών παιδιών του.

Αποτέλεσε μάρτυρας κατηγορίας για τη ληστεία σε βάρος του νυν δημάρχου του νησιού, Νικήτα Αρετάκη, μία υπόθεση μέσω της οποίας άνοιξε βεντέτα με τους φερόμενους δράστες, ηθικούς και αυτουργούς. Μάλιστα μέσα στα επόμενα χρόνια με απανωτές οχλήσεις προς την ΕΛ.ΑΣ. και ακόμη και με μηνύσεις, στην ουσία κατονόμαζε τα πρόσωπα που ήθελαν τον σκοτώσουν. Για να επιβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του, μέσω των καταγγελιών του για το ενδεχόμενο απόπειρας δολοφονίας εις βάρος του, περιέγραφε συχνά πυκνά με ακρίβεια τις κινήσεις των διάφορων κυκλωμάτων της μαφίας του νησιού.

Η πρώτη απόπειρα σε βάρος του έγινε τον Ιούνιο του 2020, ωστόσο η επίθεση είχε ως τραγικό αποτέλεσμα της 37χρονης συζύγου του και μητέρα τριών παιδιών, Χριστίνας Κλουτσινιώτη. Ο Ντίμι Κορφιάτης τραυματίστηκε σοβαρά ωστόσο επέζησε, παρά το γεγονός πως οι δράστες φέρονταν διατεθειμένοι να ψάξουν τρόπο να τον δολοφονήσουν όσο νοσηλευόταν στο νοσοκομείο.

Τελικώς, ο Κορφιάτης δολοφονήθηκε τον Μάιο του 2021. Όπως σε πλείστες περιπτώσεις στο παρελθόν, είχε πέσει σχετικά «μέσα» και στα πρόσωπα που τον δολοφόνησαν, καθώς κάποια από αυτά καταδικάστηκαν σε ισόβια για τον φόνο του.

Καλλέργαινα